αὐτοκάβδαλος

αὐτοκάβδαλος
Grammatical information: adj.
Meaning: `done carelessly, ex-tempore' (Arist.); subst. pl. `buffoons, improvisors' (Eup.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Fur. 316 compares καυαλός μωρολόγος (not with Latte to Lyd. καύης `priest'), with βδ\/β\/F; the group -βδ- is rather of substr. origin. I think the word is cognate with κόβᾱλος etc. (Kuiper Gedenkschrift Kretschmer 215), Fur. 237. Diff. Durante, RiLi 1, 249.
Page in Frisk: 3, 44

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αυτοκάβδαλος — αὐτοκάβδαλος, ον (Α) 1. αυτός που έγινε πρόχειρα ή απρόσεκτα 2. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ αὐτοκάβδαλοι βωμολόχοι ηθοποιοί που απαγγέλλουν αυτοσχεδιάζοντας. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας] …   Dictionary of Greek

  • αὐτοκάβδαλος — done carelessly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλως — αὐτοκάβδαλος done carelessly adverbial αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλον — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc sg αὐτοκάβδαλος done carelessly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλους — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκαβδάλων — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλα — αὐτοκάβδαλος done carelessly neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοκάβδαλοι — αὐτοκάβδαλος done carelessly masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.